Μαρτίου 08, 2008

No Country for Old Men (2007) 8 1/2 στα 10

(γράφει ο Lafkadio)

Πού πας καημένε Καραμήτρο!
Υπόθεση
ΣτοΤέξας του 1980, ο κυνηγός Llewelyn Moss ανακαλύπτει μια βαλίτσα με δύο εκατομμύρια δολάρια σε ερημικό τόπο, όπου πολλοί διακινητές ναρκωτικών κείνται νεκροί ύστερα από μια συναλλαγή που στράβωσε. Αποφασίζει να μην παραδώσει τα λεφτά, αλλά έτσι θέτει στα ίχνη του τον serial killer Anton Chigurh, καθώς και τον διαρκώς αργοπορημένο σερίφη Ed Tom Bell. Κούρσα θανάτου, (που μπορεί να συγκριθεί μόνο με την "βουβωνική πανώλη"), με δρομείς έναν τσαμπουκαλεμένο πλην ανθρώπινο (φευ) βετεράνο του Βιετνάμ, έναν φιλόσοφο serial killer που φαίνεται να ακολουθεί μόνο τις επιταγές μιας δικής του μακάβριας λογικής, κι έναν στωικό loser σερίφη που δεν μπορεί παρά να παραδέχεται μοιρολατρικά ότι "this is no country for old men"...

Αξιολόγηση
Βλέποντας το “No Country for Old Men” ένιωσα σαν να βλέπω μια τσόντα με φόνους αντί για σεξ, ένα hard-core πορνό της φονικότητας. Μου δόθηκε η εντύπωση ότι όπως ένας σκηνοθέτης τσόντας προσπαθεί με μάλλον εγκεφαλικό τρόπο να σκεφθεί πόσες πιθανές στάσεις, βίτσια, τρόποι κτλ του σεξ υπάρχουν, ώστε να τα χωρέσει όλα σε μια ταινία, και να μην μπορεί ποτέ να κατηγορηθεί ότι υπήρχε κάτι που θα μπορούσαν να το κάνουν οι πρωταγωνιστές του και δεν το έκαναν, έτσι και οι McCarthy (ο συγγραφέας του μυθιστορήματος) και οι αδελφοί Cohen προσπάθησαν να σκεφθούν ποιες πιθανές «στάσεις», «βίτσια» και τρόποι φόνου μπορούν να υπάρξουν, ώστε να τα χωρέσουν όλα στην ελεγεία (που λέει κι ο Μήτσης του "Αθηνοράματος") του μηδενισμού, που μας ετοίμασαν. Κι όπως (συνήθως) δεν νιώθεις έρωτα βλέποντας μια τσόντα, ούτε κι εγώ ένιωσα τραγικότητα βλέποντας τους 24 φόνους του Chigurh (ναι, τους μέτρησα, ίσως και να πέφτω λίγο έξω).

Η συναρπαγή που βίωσα βλέποντας την ταινία ήταν καθαρά εγκεφαλική. Σαν τον εντυπωσιασμό, όταν ξεφυλλίζω εγχειρίδια Kama Sutra, κι απορώ από την ποικιλία που μπορεί να προσδώσει η εμμονή της ανθρώπινης εφευρετικότητας σε μια πεπερασμένη βασικά βιολογική πράξη… Ή σαν την εγκεφαλική ηδονή που μου προσφέρουν τα μυθιστορήματα του Μαρκησίου De Sade με την εμμονή τους να επιτύχουν το ne plus ultra της διαστροφής. (Παρέκβαση: Η ταινία μου θύμισε ένα κείμενο του Roland Barthes που παρομοίαζε παραδοξολογικά τον μαρκήσιο De Sade με τον ιδρυτή του τάγματος των Ιησουιτών Ιγνάτιο Loyola και με τον ουτοπικό κοινωνιολόγο Charles Fourier. Η ιδέα ήταν ότι η εγκεφαλικότητα με την οποία ο De Sade κατηγοριοποιούσε τις σεξουαλικές διαστροφές ήταν εξαιρετικά συγγενής με την ταξινόμηση από τον Ιγνάτιο Loyola των ψυχωφέλιμων λογισμών για τη σωτηρία της ψυχής ή από τον Fourier των κοινωνικών παθολογιών και των ουτοπικών ιάσεών τους. Και στις τρεις περιπτώσεις πρόκειται για μια «ηδονή» της εγκεφαλικότητας, για μια ηδονή από την δυνατότητα να χειρίζεσαι και να ελέγχεις, να κατέχεις πλέον σε κουτάκια κατηγοριοποιήσεων τα αίσθηματα που λίγο πριν εμφανίζονταν ως τα πλέον ανεξέλεγκτα και υπονομευτικά της τάξης, όπως το σεξουαλικό «παρά φύσιν», η θρησκευτική έκσταση, ή ο ριγηλός σεισμός της κοινωνικής επανάστασης).

Μου φάνηκε ότι οι McCarthy και αδελφοί Cohen κάνουν κάτι αντίστοιχο: Στήνουν ένα εγκεφαλικό παίγνιο γύρω από το ποια μπορεί να είναι τα διαφορετικά «βίτσια» και «στάσεις» του φόνου. Τελικά έτσι η απαρηγόρητη τραγωδία του φόνου απομυθοποιείται, κατευνάζεται, γίνεται αντικείμενο εγκεφαλικού χειρισμού, που προσπορίζει ανάλογη εγκεφαλική «ηδονή», και κατ’ επέκταση σατιρικής χλεύης. Ο θεατής μαθαίνει να ελέγχει την πρώην απρόβλεπτη φονικότητα, να την χειρίζεται, να την κατακτά, κι είναι αυτό που του χαρίζει μια ηδονή της δύναμης, όπως και στους De Sade, Loyola και Fourier. Η αντίδραση μου σε κάθε προιόντα φόνο του Chigurh έφτασε να είναι ένα «σκεπτόμενο», αλλά τρανταχτό γέλιο, όπως ύστερα από ένα πετυχημένο διανοούμενο αστείο, έναν «witticism», που λένε κι οι Άγγλοι. Και εντέλει, όπως σε μια τσόντα οι δυνατές σεξουαλικές στάσεις κάποια στιγμή εξαντλούνται και μετά την απέλπιδα εμμονή της ανθρώπινης εφευρετικότητας παραμένει επανερχόμενη η ίδια αρχική ανία, έτσι και στην ταινία των Cohen τελικά έπληξα, καθώς αδυνάτησα να εμπλακώ συναισθηματικά.

Ο Chigurh είναι ένας φιλόσοφος φονιάς. Ουδέποτε με έπεισε ότι θα μπορούσε να είναι ένας πραγματικός «psycho» serial killer βγαλμένος από το “real life”. Απ’αρχής μέχρι τέλους μου φάνηκε ως ένα πλάσμα της φιλοσόφου όρεξης του Cormac McCarthy, ένας αγωγός ενός φιλοσοφικού παιγνίου για το τι σημαίνει ο μηδενισμός σήμερα. Η συμπεριφορά του δεν οφείλεται σε ανεξέλεγκτη αιμοδιψία, αλλά στους δικούς του sui generis κανόνες, στην δικιά του ιδιάζουσα λογική, όπως τονίζεται ρητά στην ταινία από τον Carson Wells, στην οποία παραμένει συνεπής με αδήριτη αναγκαιότητα. Βαριέται αφόρητα την κοινοτοπία στις ανθρώπινες αντιδράσεις, και μάλιστα γίνεται τιμωρός της, κι έτσι αναλαμβάνει τις διαστάσεις ενός αντι-ουσιοκρατικού υπαρξιστή ήρωα. (Ως «αντιουσιοκρατία» μεταφράζω τον αγγλικό όρο «anti-essentialism», που σημαίνει την δέσμευση να αντιτίθεσαι σε κάθε είδους αντιλήψεις και πρακτικές που ανάγουν τους ανθρώπους σε αμετάβλητες «ουσίες» (λ.χ. «θηλυκότητας», «ελληνικότητας», «μεσογειακού ταμπεραμέντου», «σλαβικής ψυχής», «αντρίκιας συμπεριφοράς» κ.ο.κ.) και έτσι τους δεσμεύουν σε κοινότοπες συμπεριφορές. Ο «αντιουσιοκρατικός» ήρωας είναι αυτός που συμπεριφέρεται σε κάθε περίσταση- και ιδίως στις ακραίες, όπως ο θάνατος, ο έρωτας, ο φόνος-, αντίθετα από ό,τι θα αναμενόταν). Ο Chigurh εξιτάρεται από το να θέτει τους ανθρώπους στην ακραία κατάσταση του μελλοθάνατου και να επιβεβαιώνει ότι οι αντιδράσεις τους είναι οι τετριμμένες, οι πεπατημένες, ότι αποτυγχάνουν να αρθούν πάνω από την κοινοτοπία της μοίρας τους.


Περαιτέρω ανάλυση γεμάτη SPOILER!
(Μη συνεχίζετε αν δεν έχετε ήδη δει την ταινία! Αποκαλύπτονται στοιχεία της πλοκής)

Για να εξηγηθώ λίγο πιο συγκεκριμένα, ιδού ορισμένα από τα «βίτσια» και τις «στάσεις» της φονικότητας που παρουσιάζονται στην ταινία:
  • Φόνος άγνωστων, άσχετων ανθρώπων. Και για τη μοίρα τους αποφασίζει το κορώνα-γράμματα ενός κέρματος. Παντοκρατορία της τυχαιότητας, η πεμπτουσία του μηδενισμού που επαγγέλλεται ο McCarthy. Πάντως, ο Chigurh μένει πιστός στο παίγνιο τυχαιότητας που ο ίδιος θέτει ως άγγελος του μηδενισμού και δεν σκοτώνει όποιον πόνταρε στη σωστή πλευρά του κέρματος.
  • Ο Llewelyn, ο τρόπον τινά good guy της ταινίας, ο ανθρώπινος ήρωας, σκοτώνεται στο απόγειο της ξευτίλας, όταν υποκύπτει στην πλέον κοινότοπη ερωτική παγίδα. Ο Chigurh του υφαρπάζει την όποια διεκδίκηση ηρωισμού, αντρίκιας συμπεριφοράς. Γενικά ο Llewelyn ηττάται από την εκάστοτε «ανθρωπιά» του, είτε πρόκειται για την απόφασή του να μετανοήσει και να γυρίσει στον τόπο του εγκλήματος για να προσφέρει νερό στον μελλοθάνατο, τον οποίο είχε προηγουμένως αντιπαρέλθει, είτε πρόκειται για την υπόκυψή του στον θηλυκό πειρασμό, στον οποίο είχε προηγουμένως αντισταθεί. Θριαμβεύει, επομένως, ο αδίστακτος Chigurh, ο απάνθρωπος ή υπεράνθρωπος, που έχει υπερβεί όλα τα είδη ανθρωπιάς.
  • Ο Chigurh αποφασίζει να τηρήσει στο ακέραιο τους κανόνες της ιδιότυπης λογικής του με το να δολοφονήσει την Carla Jean, όπως είχε «υποσχεθεί» στον μακαρίτη άντρα της, παρ’όλο που δεν έχει κανένα λόγο συμφέροντος να το κάνει. Είναι το απόλυτο «εωσφορικό» (αντιουσιοκρατικό) κακό: το κακό χωρίς λόγο, χωρίς συμφέρον, το «δωρεάν» κακό. Αποτυγχάνει να την εντάξει στο «κορώνα-γράμματα» παίγνιό του, και η Carla Jean, αντίθετα από τον άντρα της, παραμένει μια ηρωίδα. Όμως το «Κακό» παραμένει νικητής, είτε φονεύει ξευτιλισμένους (Llewelyn), είτε φονεύει μάρτυρες (Carla Jean).
  • Ο Chigurh διαψεύδει ανατρεπτικά πολλές συμβάσεις από ομοειδή genres. Λ.χ. όταν ο Llewelyn διαβεβαιώνει τον οδηγό του τυχαίως διερχομένου αυτοκινήτου, το οποίο πειράτευσε, ότι «δεν έχει τίποτα να φοβηθεί», ο οδηγός θερίζεται πάραυτα από τον Chigurh, κι έτσι διαψεύδεται η θεμελιακή σύμβαση ότι ο «αντρίκιος» λόγος του good guy προς όποιον φαινομενικά και πρόσκαιρα μόνο τυχαίνει να αδικήσει, αποτελεί εγγύηση.

  • Βλέπουμε και τα συνήθη του genre «παζάρια» του μελλοθάνατου με τον bad guy, λ.χ. στην περίπτωση του Carson Wells. Ο Chigurh διασκεδάζει πολύ μαζί τους, αφού επιβεβαιώνεται η αρχική του πρόβλεψη για την κοινοτοπία των ανθρώπινων αντιδράσεων. Περιμένει υπομονετικά την ολοκλήρωσή τους, αφού τόσο αυτός, όσο και το θύμα του, ξέρουν καλά την ματαιότητά τους. «You know how all this is going to turn out, don’t you?». (Από αυτήν την άποψη το μυθιστόρημα και η ταινία αποτελούν τρόπον τινά ένα "μετά-αφηγηματικό" σχόλιο σε συμβάσεις και ¨συνήθειες" των ομοειδών genres, που πολύ συχνά βλέπουμε).

  • Αλλά η παντοκρατορική επιβίωση του «Κακού» θριαμβεύει κατεξοχήν στο τέλος, όταν ο Chigurh κινδυνεύει να σκοτωθεί σε τυχαίο αυτοκινητιστικό δυστύχημα, το οποίο θα ερχόταν ως «από μηχανής θεός» να προσφέρει τη λύση. Τελικά, το «Κακό» νικά ακόμη κι αυτόν τον «από μηχανής θεό»! Σε τι άλλο θα μπορούσε κανείς ποτέ να ελπίσει? Ο «εωσφορικός» μηδενισμός του παντοδύναμου «Κακού» υπερνικά τον μηδενισμό της απλής «επί ίσοις όροις» τυχαιότητας! Ο τελικός άγγελος εξάγγελος (τόσο του Προοιμίου, όσο και του Επιλόγου!- οι αναφορές στην αρχαία τραγωδία είναι εμφανείς,-βλ. και τους εκτός κάδρου φόνους του Llewelyn και της Carla Jean) σερίφης Ed Tom Bell δεν έχει παρά να επιβεβαιώσει την αποτυχία σε ένα ενοχλητικό «ανοικτό» τέλος. Τον εξαιρετικό Tommy Lee Jones τον είδα σε αυτόν τον ρόλο ως έναν «loser», ανατρεπτικό sequel του «winner» των «Τριών Ταφών του Μελκιάδες Εστράδα».

Σταχυολόγησα μερικά μόνο από τα πολλά «βίτσια» του McCarthy. Στην ταινία είναι πολύ περισσότερα, διανθισμένα με έξοχες ατάκες κοενικού/"μακαρθικού" χιούμορ. Συν ότι από μια γρήγορη ανάγνωση του βιβλίου που έκανα σχημάτισα την εντύπωση ότι το μυθιστόρημα είναι πολύ πιο μεταφυσικό με αναφορές στον Θεό και τον αθεισμό που δεν υπάρχουν στην ταινία. Συν οι αναφορές στην αμερικάνικη ιστορία, με τις τρεις γενιές, του «old man» σερίφη, του βετεράνου στο Βιετνάμ Llewelyn, και του Chigurh, που μοιάζει να έρχεται από το μέλλον των «έξυπνων όπλων» και των «παράπλευρων απωλειών». (1980 το έτος που διαδραματίζεται η ταινία. Βλέπε την εξαιρετική ανάλυση του Αχιλλέα.

Τελικά ο Chigurh καταφέρνει να είναι η ανενδοίαστη πορνοστάρ της φονικότητας, η Λόλα που τα κάνει (σκοτώνει) όλα, σε αντίθεση με την ερωτευμένη γκόμενα της καθημερινότητας. Κάνει τους φόνους για τους οποίους ο φονιάς της αγανάκτησης, της οργής ή του ερωτικού πάθους δεν θα ήταν ποτέ ικανός. Γιατί είναι ο ανέραστος άγγελος ενός αντιουσιοκρατικού μηδενισμού της «Αμερικανιάς», που δεν δίνεται πια με αγανάκτηση για το σκάνδαλό του, αλλά με ένα γκροτέσκο αυτοπαρωδούμενο χιούμορ.

O Javier Bardem με μαλλί που σκοτώνει...

21 σχόλια:

Europanos είπε...

Cinτροφε Lafkadio, αν και εντυπωσιασμένος με την εις βάθος (μα πολύ βάθος) ανάλυσή σου, επέτρεψε μου να καταθέσω τη διαφωνία μου, καθότι την ταινία τη βρήκα (επιεικώς) μέτρια έως παντελώς αδιάφορη!

Θεωρώ ότι είναι ένα ακόμα Όσκαρ Καλύτερης Ταινία που θα αναρωτιέσαι σε δέκα χρόνια γιατί απονεμήθηκε σε αυτήν κι όχι σε κάποια άλλη, με άλλα λόγια είναι δηλαδή μια κατεξοχήν υπερτιμημένη ταινία! Ενώ είναι μεν αριστοτεχνικά σκηνοθετημένη με πολύ ωραία πλάνα αμερικανικής ερήμου και καλή ένταση και ρυθμό, από την άλλη έχει τόσα μα τόσα πολλά προβλήματα στο σενάριο και μια άκρως ενοχλητική βία που δε σταματά με τίποτα από την αρχή ως το τέλος της ταινίας και δυστυχώς για τους δύσμοιρους θεατές βία που δε μοιάζει να έχει επαρκή δικαιολογία!

Θα μου πεις «γιατί ψάχνω τα αίτια στη βία των Αφών Κοέν;» «Η βία του Ταραντίνο, έχει νόημα άραγε;». Θα σας πω, «όχι, αλλά η Ταραντίνεια βία έχει τουλάχιστον κάποιο στυλ». Ίσως κάποιος δει στην ταινία ότι είναι ένα σχόλιο στη ζοφερή πραγματικότητα της οπλοκατοχής και της βίας στην Αμερική, ότι είναι ένα κυνικό σχόλιο για την απληστία των ανθρώπων και για τα αίτια των πράξεών τους, ότι τάχα είναι μια απαισιόδοξη οπτική για τη ματαιότητα της ζωής, ότι ζούμε, αν θέλετε, από ένα θαύμα, επειδή το νόμισμα έδειξε κορώνα και είχαμε κάνει τη σωστή μαντεψιά. Θα σας πω ότι αυτά μας τα έχουν πει κι άλλοι, και με καλύτερη σεναριακή συνοχή και με λιγότερο αιμοδιψή τρόπο και με λιγότερο δήθεν φιλοσοφική άποψη και εν τέλει με λιγότερη διάθεση εύκολου εντυπωσιασμού.

Επίσης αν και καλός ο Μπαρδέμ εντούτοις δε με έπεισε η σκηνοθετική επιλογή των Κοέν να τον παρουσιάσουν να κινείται σαν ανέκφραστος καθυστερημένος ενώ στραβοκατάπια με το ισπανικό accent του!

Ένα 4 στα 10 από εμένα παρακαλώ και πολύ του είναι!

lafkadio είπε...

Cinοδοιπόρε Πάνο, κοίτα, υπερεκτιμημένη σαφώς και είναι η ταινία! Σε μια χρονιά με εξαιρετικό αμερικανικό κινηματογράφο (το λέω εγώ που είμαι κατεξοχήν αμερικανοφοβικός), πού χάθηκαν από τις υποψηφιότητες των Όσκαρ όλες οι μεγαλειώδεις αμερικάνικες ταινίες που θαύμασα(θαυμάσαμε)? Έστω μια "Δολοφονία του Τζέσσε Τζαίημς", ή μια "Κοιλάδα του Ελά", για να μην αναφέρω το "I'm Not There" ή το "Paranoid Park", που είναι πιο ειδικών γούστων... Πού είναι ο Βάγκνερ, πού είναι ο Πουτσίνι? Δεν ξέρω, μπορεί να εξηγήσει κανείς αυτή την φτώχεια των οσκαρικών υποψηφιοτήτων σε σχέση με τον (κατά τη γνώμη μου) πλούτο του αμερικανικού κινηματογράφου φέτος? Κι αυτό το διπλό χτύπημα αγριάδας μαζί με το There will be Blood τι ήταν? Κρίση ειλικρίνειας?

Εμένα μου φάνηκε ότι είχε καλλιτεχνική αξία η βία της ταινίας, τουλάχιστον παρόμοια με τα επίπεδα Ταραντίνο. (Παρέκβαση: Αυτός που μου αρέσει πολύ το χιούμορ του είναι ο Rodriguez. Είδα σε DVD το Planet Terror και ξεράθηκα στο γέλιο). Μου φάνηκε ότι είναι ένα αμερικάνικο update του μηδενισμού, λίγο "Αμερικανιά" του μηδενισμού, που θα μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, να σταθεί δίπλα σε ένα έργο λ.χ. του Beckett. Δεν είναι τυχαίος ο Cormac McCarthy... Κι οι αδελφοί Cohen τον αποδίδουν πετυχημένα κατάπως μου φάνηκε...

lafkadio είπε...

Υ.Γ. Για τον Javier Bardem το καλύτερο σχόλιο το διάβασα στο forum του "Αθηνοράματος": Με μια περούκα κι ένα σωλήνα, (άντε κι ένα απαθές βλέμμα) αποτελεί την πλέον προσιτή αποκριάτικη στολή!...

Ε, εντάξει έκανε αντιπαροχή μια σειρά από εξαιρετικές ερμηνείες σε ταινίες του Amenabar, Almodovar και άλλες, και πήρε ένα Όσκαρ β' ανδρικού...

ge είπε...

Συμφωνώ απόλυτα με τον europano, και έχοντας μόλις δει και το δεύτερο υποτιθέμενο "αριστούργημα" του 2007, το "There will be blood",στο οποίο διαπίστωσα παρόμοια και ίσως περισσότερα ακόμη προβλήματα, ειλικρινά αναρωτιέμαι αν κάτι συμβαίνει με μένα ως cine-θεάτρια ή είναι στραβός ο γιαλός...Φίλε lafkadio, τα σχόλιά σου τα βρήκα εξαιρετικά, αλλά για μένα πηγάζουν περισσότερο από τον ενθουσιασμό σου (με την καλή έννοια! :-) παρά από την ίδια την ταινία...

lafkadio είπε...

Είναι στραβός ο γιαλός!
Σίγουρα!

Ανώνυμος είπε...

Τώρα τελευταία γέρνεις λίγο... Στο λέω φιλικά...!

theachilles είπε...

Τι διαβάζω και θα πάθω τίποτα άρρωστος άνθρωπος.. I'm not there και Paranoid Park; Τρομερός ο Jesse James αλλά το μεγαλείο και το βάθος του Anderson και των Coen είναι άπιαστο στη φετινή αμερικανική κινηματογραφική σεζόν - με μία εξαίρεση, το Zodiac που στέκει εξίσου ψηλά. Πάντα κατά τη γνώμη μου...

lafkadio είπε...

Δεν σου αρέσανε τα Paranoid park Im not There? Εμένα με ενθουσιάσανε, αλλά μάλλον είμαι μειοψηφία. Και οι δύο ταινίες που πήραν τα Όσκαρ μου άρεσαν, αλλά όχι για καλύτερες της χρονιάς...
Πάω να κοιτάξω αν έχεις γράψει τίποτα για τις άλλες ταινίες...

theachilles είπε...

Καλησπέρα και από τα μέρη σας. Λοιπόν, το Paranoid Park το βρήκα σχεδόν κακό. Γενικά έχω ένα θέμα με τον Van Sant ο οποίος όμως έχει καταφέρει στο παρελθόν να με κερδίσει. Ωστόσο η αποπροσανατολιστική του αγάπη προς την νεολαία με την οποία ασχολείται και η συνδρομή του καθαρά τυχαίου στην εξέλιξη της ιστορίας του με κάνουν να μιλώ για ένα μάλλον αχρείαστο φιλμ. Ούτε η συνδρομή του Christopher Doyle δεν ήταν αρκετή για μένα.
Το I'm Not There είναι άλλη κουβέντα. Μου άρεσε αρκετά, πολύ τολμηρό και αρκετά σφιχτοδεμένο σε μια σεναριακή ιδέα που εύκολα θα μπορούσε να αποβεί αχαλιναγώγητη. Μάλιστα, αν έχεις δει τα πρώτα μεσαίου μήκους έργα του Haynes θα δεις το φιλμ σαν μια αναπόφευκτη εξέλιξη της φιλμογραφίας του. Ωστόσο, δε συμφωνώ πάντα με την ρομαντική απεικόνιση της Αμερικής που έχουμε στο I'm Not There, ενώ κάποια πολύ ωραία θέματα (όπως η δημοσιότητα και οι παρενέργειές της) ξεπερνιούνται πιο εύκολα από όσο θα έπρεπε (ο Scorsese αφιέρσε μία ολόκληρη ταινία σε αυτό και έκανε θαύματα). Πολύ φιλόδοξο και ενδιαφέρον φιλμ, αλλά προφανώς και δεν ενθουσιάστηκα.

Το There Will Be Blood είναι πελώριο. Μετά από τρεις προβολές που το μόνο που κατάφερναν είναι να μου προκαλούν ακόμα μεγαλύτερο θαυμασμό και δέος, πιστεύω ότι το φιλμ του Anderson θα μείνει στην ιστορία με χρυσά γράμματα. Ήδη κλασικό από τη γέννησή του, είναι ένα επίτευγμα σκηνοθεσίας και ηθοποιίας που θα θαυμάζεται για χρόνια. Κρίμα για το εξαιρετικό Zodiac και τους φοβερούς Coen που σε οποιαδήποτε άλλη χρονιά θα είχαν καπαρμένη την πρώτη θέση για μένα (αν και τώρα που το σκέφτομαι ο Anderson θα έχει να κάνει με τον Kar Wai...).

lafkadio είπε...

Εγώ δεν ήξερα τις προηγούμενες δουλειές του Heynes και το I'm not there μού 'ρθε out of the blue! Με συγκλόνισε!

theachilles είπε...

Τότε θα σου αρέσουν σίγουρα και εκείνες, αν και είναι πολύ πιο underground. Πάντως η καλύτερή του κατ'εμέ είναι και η λιγότερο αντιπροσωπευτική του φορμαλιστικά, το Far From Heaven.
Όσο για τις καινούριες ταινίες που ρώτησες, θα βρίσκεις τη γνώμη μου στο site που έχεις δει στα links μου (δεν το κατονομάζω για να μην κατηγορηθούμε για διαφήμιση στο χώρο σου).
Καληνύχτα φίλε μου..

Europanos είπε...

Theachilles, συμφωνώ μαζί σου για το Paranoid Park αν και μου αρέσει ο Γκας Βαν Σαντ! Το I m not there το βρήκα κακό και το No Country for Old Men άνισο και υπερεκτιμημένο και δε θα το σύστηνα σε κανένα. Οι 2 πιο γνωστές ταινίες των Κοέν, το Fargo και το Big Lebowski επίσης δε μου αρέσουν!

Η πεντάδα για μένα των φετινών καλύτερων αμερικανικών ταινιών έπρεπε να περιλαμβάνει τα εξής:
1. Atonement (Εξιλέωση)
2. Στην Κοιλάδα του Ηλά
3. Into the Wild
4. Η δολοφονία του Jesse James
5. Darjeeling Limited

And the Oscar (could have gone) στην Εξιλέωση ως πιο mainstream επιλογή (από το Into the Wild για παράδειγμα)!

ΥΓ. Το There will be blood ακόμα δεν το έχω δει πάντως!

Ανώνυμος είπε...

Μου άρεσε πάρα πολύ η ανάλυσή σου, στο τέλος μου φάνηκε σαν πληροφορία, τόσο πολύ με έπεισε.
Την ταινία την έχω δει 4-5 φορές και έχει μπει στις αγαπημένες μου.

Τη σκηνή με τον γέρο-κορώνα-γράμματα-στην-έρημο θα την ζήλευε κι ο Ταραντίνο για τους διαλόγους της.

Με υποψίασε και ο αντίλογος του Europanos (παρεμπιπτόντως ωραίο νικ) αλλά στο τέλος με το Atonement απέσυρα την υποψία. Εμένα μου φάνηκε πολύ κλισαδούρα όχι και να 'παιρνε το Όσκαρ (άσε που σκέφτομαι μήπως ήταν ελατωματική η κόπια που πήγε στα σινεμά και έλειπε η μέση από την ταινία, είχε μόνο αρχή και τέλος)

Thanx

lafkadio είπε...

Ανώνυμε, χαίρομαι πολύ που σε έπεισα...

Να βάλω κι εγώ τις καλύτερες αγγλόφωνες ταινίες μου της χρονιάς.

1. My Blueberry Nights
2. Im not there
3. Elisabeth. The Golden Age
4. Sicko
5. Paranoid Park
6. In the Valley of Elah
7. There will be Blood
8. Eastern Promises
9. Jesse James
10. No Country for Old Men

Ξέρω πολλοί θα φρίξουν με τη λίστα μου, να σημειώσω ότι τα 1 έως 5 και το 8 είναι υποκειμενικά και δεν έχω αξιώσεις καθολικότητας του γούστου μου... Επίσης, δεν έχω δει το Atonement Into the Wild Zodiac Darjeeling Limited...

theachilles είπε...

Γεια σου ρε lafkadio! Σε μένα θα βρεις ένα σύμμαχο για την πρώτη θέση. Τόσα μπράβο, που σου συγχωρώ τις θέσεις 2-6...

Two fists of solid rock...
With brains that could explain any feeling..

lafkadio είπε...

Κολλημένοι με την μυρτιλόπιτα, κολλημένοι με τον έρωτα!
Τι λες? Να αποστείλουμε από μία μυρτιλόπιτα κατ'οίκον εσύ στην Αννούλα κι εγώ στην Vlady?
Ή θα φανεί γεροντολαγνεία? Άλλα άμα περιμένεις έναν χρόνο σαν τον Jude Lawe, γιατί να μην περιμένεις και σαράντα? Τι να κάνουμε? Είμαστε όχι μόνο καρβαικοί, αλλά και καρβαικαμένοι!...

Το 2-6 και 8 με συγκλόνισαν για προσωπικούς λόγους και το διευκρίνισα εκ των προτέρων.

άσχετο, ήθελα καιρό να σε ρωτήσω... Έχεις παρατηρήσει κι εσύ ότι ο Καρ Βάι τραβάει ένα φετίχ με τους μπάτσους? Ο ευαίσθητος μπάτσος εμφανίζεται ως εραστής στις ταινίες του συχνά... πώς το κόβεις?

DrTeddy είπε...

Εγώ πάλι γιατί θεωρώ ότι "Before the devil knows you are dead" είναι σαφώς ανώτερο και το "No country..." υπερτιμημένο;

Europanos είπε...

@drTeddy: συμφωνώ απόλυτα μαζί σου, έρχεται αύριο η κριτική στο Before the Devil knows you are dead, το οποίο ήταν συγκλονιστικό!

Ilias Dimopoulos είπε...

Λυπάμαι που καθυστέρησα τόσο και έχασα την κουβέντα για την ταινία στην διάρκειά της - δεν είναι όμως καθόλου αργά να καταθέσω τα συγχαρητήριά μου για την ζηλευτής σοβαρότητας ανάλυση.

Χαιρετώ.

Adam George είπε...

Απλά ήθελα να αναγνωρίσω πόσο απολαμβάνω αυτό το δείχνουν ως ένα podcast και πόσο μεγάλη είναι αυτό το επεισόδιο ήταν ιδιαίτερα. Ευχαριστώ!

αποκριατικη στολη είπε...

Καλά αυτό το είδος του blog με όμορφες εικόνες είναι πραγματικά αξίζει να ψάχνουν για, καλές φωτογραφίες για τους επισκέπτες και μια αξία για εσάς, όπως θα δείξει σίγουρα την ποιότητα. Είναι καλό να έχουμε αυτά τα είδη της μόδας γύρω για να κρατήσει τη ροή σταθερή. Κάνοντας αυτούς που πραγματικά μπορούν να κάνουν τα πράγματα στο μέλλον, καλή δουλειά!